Facebook join button

Join Us On Facebook

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

- Όταν τ' όνειρο τελειώσει -


14/7/2012


- Όταν τ' όνειρο τελειώσει -

Στις σκέψεις χάνομαι ξανά, μπροστά μου η μορφή σου κοιμισμένη
Θα' θελα να 'ξερα, στο αύριο, τι να μας περιμένει;
Πώς θα μας φέρει πιο κοντά και πώς θα μας λυτρώσει;
Πού θα 'μαι και πού θα 'σαι όταν τ' όνειρο τελειώσει;
Αν ανοίξω εγώ τα μάτια μου, εσύ θα 'σαι εκεί;
Και αν σου πω το "σ' αγαπώ", τι θ' απαντήσεις εσύ;
Αν σου ανοίξω την καρδιά μου, θα την κλείσεις μετά;
Και αν σου δώσω τα φτερά μου, θα με πας πιο ψηλά;
Μη με κοιτάς, μη μ' ακουμπάς, τίποτα άλλο πια μην πεις
Μη μου λες πως μ' αγαπάς, αφού δεν το εννοείς
Το ξέρεις πως το ξέρω ότι είσαι αλλού
Το "μακάρι" εκείνο χάνεται σε σύννεφα καπνού
Δάκρυα τρέχουν ατελείωτα, αναφιλητά με πνίγουν
Ένα "γιατί;" με βασανίζει, όταν τα μάτια σου μου λείπουν
Ένας κόμπος στην καρδιά που σφίγγει μέρα με τη μέρα
Όσο στέκεσαι και πιο κοντά, εύχομαι να 'σουν μια σφαίρα...


© Marina Misty Trantaki 2012

Ενήλικα Παιχνίδια (Adult Toys)


16/7/2012


- Ενήλικα Παιχνίδια (Adult Toys) -


Κεφάλαιο 1:
Χριστουγεννιάτικα ψώνια

1

Τα φύλλα στροβιλίζονται στον άνεμο και ξαναπέφτουν στο σκληρό, παγωμένο έδαφος. Τα σύννεφα όσο πάνε γίνονται πιο σκούρα, πιο πυκνά, πιο βαριά. Το χιόνι πέφτει όλο και συχνότερα, όλο και περισσότερο. Όσο προχωράμε βαθύτερα στον Δεκέμβρη, τόσο τρέμει το φυλλοκάρδι μου. Αχ, μακάρι να φταίει μόνο ο καιρός γι' αυτό το αρνητικό προαίσθημα...!

2

Ανακίνηση. Χιόνι. Ξανά ανακίνηση. Χιόνι. Ακούμπησε την κρυστάλλινη σφαίρα χιονιού στο ράφι και το παρατήρησε αδιάφορα, καθώς οι νιφάδες κατακάθονταν πάνω σε μια πόλη-μινιατούρα. Ποτέ δεν τον συγκίνησαν αυτές οι σφαίρες. Ούτε καν ως παιδί. Όλα τα αδέλφια και τα ξαδέλφια του τρελαίνονταν να συλλέγουν τέτοιες σφαίρες, ειδικά τα Χριστούγεννα. Εκείνος τους παρακολουθούσε να ξετυλίγουν τα δώρα τους και να ζητωκραυγάζουν στη θέα μιας ακόμα, άχρηστης σφαίρας. Εκείνου δεν είχε να του προσφέρει κάτι. Ήταν απλά ένα διακοσμητικό στοιχείο.
Στο επόμενο ράφι, βρήκε κουτιά-αντίκες με κλόουν-ελατήρια, που πετάγονταν μόλις άνοιγες το καπάκι. Όλα ήταν αηδιαστικά πολύχρωμα και πλουμιστά, προορισμένα για παιδάκια, αν και ήταν λίγο φαγωμένα στις άκρες.
“Χάθηκε ο κόσμος να υπήρχε ένα σοβαρό κουτί σε πιο μουντά χρώματα;”, μουρμούρισε μέσα απ' τα δόντια του. Έψαξε με το βλέμμα λίγο ακόμα, και πρόσεξε μια μαύρη γωνία από ένα κουτί. Το πήρε στα χέρια του και άφησε ένα σιγανό σφύριγμα - και οι έξι επιφάνειες του κύβου ήταν από μαύρο ξύλο, πιθανότατα έβενο, και υπήρχαν χρυσά ανάγλυφα στοιχεία επάνω.
Με την περιέργεια κεντρισμένη, το γύρισε μερικές φορές γύρω-γύρω, για να βρει το κουμπί που άνοιγε το καπάκι. Ήταν μια χρυσή καρδιά, όχι σκαλισμένη - με έκπληξη διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα αριστοτεχνικά σκαλισμένο κομμάτι χρυσού 24 καρατίων. Την πίεσε και το καπάκι άνοιξε - αργά, βγήκε ένας κλόουν, αλλά κι αυτός ταίριαζε εμφανισιακά με το κουτί - φορούσε ένα καπέλο γελωτοποιού μαύρο και κόκκινο, με χρυσά κουδουνάκια στις τέσσερις άκρες του, ένα κόκκινο τούλινο γιακά, και ένα κοστούμι με μαύρους και κόκκινους ρόμβους και χρυσά κουμπιά. Το βάψιμο του θύμιζε λίγο το Κοράκι - δύο κάθετες, μαύρες γραμμές στα μάτια και μαύρο κραγιόν, πρόσωπο κατάλευκο σαν πορσελάνη, και χαμόγελο που τον τρόμαζε και τον ενθουσίαζε ταυτόχρονα, θύμιζε γελωτοποιό στην υπηρεσία της Αυλής του Άρχοντα του Κάτω Κόσμου.
Έψαξε για την ετικέτα όπου αναγραφόταν η τιμή, αλλά δεν την βρήκε. Ανασηκώνοντας τους ώμους, κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Σίγουρα, ο μαγαζάτορας θα την έβρισκε την άκρη.

3

Παραμερίζοντας τα μαύρα μαλλιά που έμπαιναν στο οπτικό της πεδίο, πληκτρολόγησε έναν αριθμό στο κινητό. Έκανε κλήση και το έβαλε στο αφτί. Η φωνή του, βαθιά και αρρενωπή, απάντησε.
“Το βρήκε”, είπε εκείνη, “τι κάνω τώρα;”. Εκείνος άφησε ένα πνιχτό γελάκι, σαν να τον είχε διασκεδάσει αυτή η απλή ατάκα.
“Τίποτα, καλή μου... Απλώς παρακολούθησε τον και άσε το κουτί κάνει τη δουλειά του”, απάντησε εκείνος. Εκείνη έκλεισε το καπάκι του κινητού με ένα κλακ. Με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, συνέχισε να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στο μικρό μαγαζάκι.


© Marina Misty Trantaki 2012


[ Απλώς, μια μικρή πρόγευση...! ;) ]

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Blessed by Sin

22/5/2012


- Blessed by Sin -


When you're upset and I hate to see you pout
When you walk and I follow you about
When you're asleep and I can hear you
When you're alone and I'm near you
When you look at me and I shiver
When you touch me and I get fever
When you smile and let your joy show
That is when I know-
- somewhere deep within -
I've been blessed by sin. 


© Μarina Misty Τrantaki 2012


(Αφιερωμένο εξαιρετικά σε μια ψυχή... Είμαι τρελή για σένα, ματάκια μου!!)

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

La Sonata Del Silenzio

17/4/2012


The silence tiptoes, trips and hops
It jumps around, then slowly cralws
It fills the gaps with everything and nothing
It makes time seem solid or fluid
It turns the moments into centuries
And whole centuries into mere moments
Oh... silence is malevolent...
A creature with no existence
It casts its heavy shadow on the universe
Into the vast voids in between
Great silence, why won't you lift your veil?
Unto the noise, you creep, invisible
And make your appearance when least expected
Sometimes... oh yes, you are sought out...
Sometimes you are much appreciated...
They say silence is gold...
... I say your colour is gray and black...
For your shadow is as heavy as the small hours of the night
Lovely, spiteful silence... Silence with no face, with no voice, with no nothing...
Grave, comfortable silence... Heavy and light, abandoning and accompanying...
I love you, Silence... and yet I hate you...
... because, when you surround me, I can hear my thoughts unfolding...
... sometimes it feels good to be lost in their fake paradise...
... but, some other times... my thoughts descend into an abyss...
... an abyss from where I never come out without leaving a piece of my soul behind...

 
© Marina Misty Trantaki 2012


[ Έχω πολύ καιρό να γράψω ένα πεζό ποίημα... Ορίστε, λοιπόν, το νεότερο ποιητικό μου τόλμημα...! :)
I haven't written a prose poem in quite a long time... So, here's my latest poetic venture...! :)  ]

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

- Παράνοια κι αγάπη συμβαδίζουν στα μονοπάτια του μυαλού μου... -

[ Το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε πριν πολύ, πολύ καιρό... Βρισκόμουν σε μια περίεργη φάση, πολύ πληγωμένη και σαλταρισμένη... Είχα μεθύσει και καθόμουν μπροστά στο pc, και απλά το κοίταζα... Και ξαφνικά, άρχισα να γράφω, να γράφω, να γράφω... Όταν σταμάτησα και το διάβασα, έπαθα την πλάκα μου γιατί ήταν όλα όσα ένιωθα, όλα όσα με πονούσαν και με έπνιγαν... Ελπίζω να σας αρέσει...! :) ]

Ανήμπορη... Ανυπόστατη... σαν μαύρος καπνός και σαν ομίχλη από νεκροταφείο
Περνάω μέσα από τις χαραμάδες της αποστάτισσας ψυχής σου, για να βρω τη δική μου Εδέμ
Διανύω ολόκληρα χιλιόμετρα ατέρμονης μοναξιάς, ταξιδεύω πιο γρήγορα από τα δάκρυα της Ιτιάς
Σαν καλοκαιρινή μπόρα, αγγίζω ανάλαφρα τα φτερά σου, τα χρυσά και ασημιά
Λαμπυρίζοντας στον ήλιο του μεσονυκτίου, ακτινοβολώντας την ασχήμια του θανάτου
Τέρας, τέρας κακόβουλο αυτό που ζει μες στην καρδιά μου
Αγάπη - τι κακό και άσχημο τέρας! Με κατατρώει συνεχώς, σαν αχόρταγο κοράκι
Σκουληκιασμένη καρδιά, σάπια, μαύρη από την θλίψη
Με την πλάτη στο φως, περνώ την ώρα μου κλαίγοντας σ' ένα τρένο που ποτέ δεν ταξιδεύει
Εκεί - δίπλα στις ράγες, πάνω στις ράγες, κάτω από το ατσάλι και την λάσπη
Κρύβεται η πνοή μου, μπουσουλώντας σαν μωρό, ξέρω, θα βγει τελευταία
Σαν το τέρας που κρύβω μέσα μου
Μαχαίρι και ξυράφι στομωμένο είναι η φωνή μου
Φτάνει άραγε στ' αφτιά σου; Ακούς τον πόνο μέσα της; Την νιώθεις κάπου εκεί κοντά;
Μέσα στο θάμπος μιας έκλειψης διπρόσωπης, ακροβατώ σε κόκκινη κλωστή
Κρεμαστή γέφυρα πάνω από την άβυσσο - εγώ, μόνο εγώ περνώ απέναντι
Κι εσύ; Μένεις στο πόστο σου, αγαλματάκι ακούνητο, αμίλητο, μέρα-νύχτα
Αναλλοίωτος μέσα στον πάγο που τυλίγει την καρδιά σου
Στα χέρια μου, αγκάθια τριαντάφυλλα, σταγόνες από έναν πόνο αμείωτο
Ρίγος αποτρόπαιο, στην ράχη μου το βάρος μιας γνώσης που δεν ζήτησα ποτέ να αποκτήσω
Μοιρολόι, μοιρολόι, το ρολόι θα σημάνει μεσάνυχτα σύντομα, πολύ σύντομα
Ύπνος μολυβένιος βαραίνει τα κουρασμένα βλέφαρά μου
Αποκαμωμένη, πέφτω σε όνειρο μικρό κι αθάνατο
Αναμοχλεύω συνεχώς μιαν ανάγκη απαράμιλλη
Αθάνατη μέσα στις στάχτες των περασμένων αιώνων
Υποτονική, γκρίζα και θολή
Σαν μαύρη άμμος σε νερό μολυσμένο
Ο Χάρων με το δρεπάνι του κοντοζυγώσαν και περάσαν από δίπλα μου
Σκιές, σκιές άμορφες μα κι όμορφες, τόσο παράξενες, τριγύρω μου πετάνε
Πεταλούδες με δηλητηριώδη φτερά, φαρμακώνουν το δέρμα μου ανάλαφρα και φεύγουν
Ανταριασμένη θάλασσα, φυλακισμένη σε μια κρυστάλλινη σφαίρα
Μαγεία - η φωνή της τρέλας μέσα στο διαλυμένο μου κρανίο
Καταραμένη και παντοδύναμη, γελάω και χορεύω στα νερά της Στυγός
Αγκαλιά με μια πάνινη κούκλα, της τραγουδώ ένα νανούρισμα ανίερο
Να κοιμηθούμε μαζί κάτω από τη Σελήνη, με την Εκάτη για παρέα
Λύκοι ουρλιάζουν, τρέχουν, φωνάζουν, παίζουν μαζί μου
Η δική μου φωλιά μέσα στην αγκαλιά μιας βελανιδιάς
Κουρνιάζω σαν μικρό παιδί και κλαίω κι αλυχτώ τις νύχτες με Πανσέληνο
Σκάβω ένα λάκκο για την καρδιά μου που πέθανε πριν λίγο καιρό...
Δεν θέλω να σε ξέρω τώρα πια - έχω την τρέλα συντρόφισσα καλή
Αν και λατρεμένο βάλσαμο για τις πληγές στο κορμί μου - φύγε...
Φύγε... παρόλο που ακόμα αγαπώ την ανάσα σου στα μαλλιά μου
Πριν ακόμα να φέξει η αυγή - εσύ φύγε...
Κι εγώ, τρέχοντας μέσα στην πόλη, θα πεθαίνω κάθε βράδυ
Αναζητώντας ματωμένα φιλιά για καληνύχτα... Μα, φύγε τώρα, φύγε...
Σε προσμένει άλλη αγκαλιά, τρέξε κοντά της να σωθείς από μένα και την παρανοϊκή αγάπη μου
Φύγε κι άσε με εδώ, με τους δαίμονες να τρώνε την καρδιά μου όπως ο αετός απ' το συκώτι του Προμηθέα...
Κρυφά, όπως η κουκουβάγια στο κυπαρίσσι, θα κοιμάμαι τη μέρα
Τη νύχτα θα ξυπνώ - ω, ανάμνηση πονεμένη, φύγε...
Θα ανάβω ένα κερί στην θύμησή σου, θα καίω τα δάκρυά μου εκεί, στην αμείλικτη φλόγα...
Φύγε... Δεν μου ανήκες ποτέ κι ούτε πρόκειται...
Γι' αυτό σου λέω, καρδιά μου νεκρή και παγωμένη, φύγε... Τρέξε σαν τον άνεμο και φύγε...

MMT

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Birthday Gift: My Rebirth in the Dark

This is my birthday gift for my friend, Erik Smirneos! :) 
 
- My Rebirth in the Dark -

It dawned on me as I was falling in chaotic darkness
For the very first time I knew
I knew the one and true meaning of your words
"Hurry not towards death, for death will reach you in the end"
For that one moment in stillness
Frozen with fear, consumed by anger
Gone off to somewhere you'll never know
To the place where angels and demons dread to tread
Where souls reborn in agony can only enter
Hatred filling the void where my heart used to be
Bloody images of war in my mind
"Kill! Kill!" they command incessantly
"Kill those who step in your way"
"Kill those who have the nerve to face up to you"
"KILL, KILL, KILL THEM ALL!!"
Thousands of voices blasting in my head
Leave me the fuck alone, won't you?!
I never asked for this hell of an afterlife, anyway!

(actually, this poem is kind of old, written more than a year ago, but I believe it fits you nicely!)

 

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Το μονοπάτι

5/12/2012


- Το μονοπάτι -

    Θυμάμαι, στο πατρικό μου σπίτι, υπήρχε ένα μικρό μονοπάτι που διέσχιζε την πίσω αυλή με πολλά ζιγκ-ζαγκ, σαν τον δρόμο ενός φιδιού, περνούσε κάτω απ' τον φράχτη και χανόταν ανάμεσα στα δέντρα, στο δάσος που εκτεινόταν σκοτεινό και πυκνό πέρα απ' τον φράχτη. Θυμάμαι που περνούσα ατέλειωτες ώρες να περπατώ επάνω του, μόνο μέχρι τον φράχτη, και έβαζα με την παιδική μου φαντασία χιλιάδες σενάρια για το πού μπορεί να οδηγούσε, αν τύχαινε ποτέ να βγω έξω και να το ακολουθήσω μέχρι το τέρμα. Όταν έφτασα στα δεκατρία, οι γονείς μου εγκατέστησαν ηλεκτρικά φαναράκια στο σχήμα μανιταριών και λουλουδιών, και το βράδυ που άναβαν αυτόματα εγώ φανταζόμουν πως ήταν φώτα από νεράιδες που τα έβαζαν για να βλέπω πού πατάω.
    Υπήρχε κάτι πολύ περίεργο μ' εκείνο το μονοπάτι - είχαν γίνει πολλές απόπειρες να καλυφθεί, είτε από γκαζόν είτε από τσιμέντο είτε από οτιδήποτε. Ωστόσο, κάθε, μα κάθε φορά, με κάποιον τρόπο, στα σημεία που είχε καλυφθεί, είτε έσπαγε το τσιμέντο, είτε σκιζόταν ο χλοοτάπητας, είτε, γενικότερα, γινόταν μεγάλη ζημιά σ' εκείνο το συγκεκριμένο σημείο. Πάντα. Ό, τι κι αν κάναμε. Μετά από μερικά χρόνια και πολλές αποτυχημένες απόπειρες κάλυψής του, τελικά αποφασίσαμε να το αφήσουμε στην ησυχία του.
    Όταν ήμουν δεκαεφτά, ο πατέρας μου είχε χαθεί. Έτσι απλά. Στην κηδεία δεν υπήρχε πτώμα για να το θάψουμε, κι έτσι η μητέρα μου αποφάσισε να γίνει μόνο μια νεκρώσιμη ακολουθία εις μνήμην του. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του μπαμπά, ήρθε και ο θάνατος της μητέρας μου. Αν και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν ήταν ακριβώς θάνατος. Απλά, και οι δυο τους είχαν χαθεί. Σαν κάποια χοάνη να τους είχε ρουφήξει για πάντα. Υπήρχαν διάφορες φήμες για τις συνθήκες θανάτου τους, και όλες ανεξαιρέτως αφορούσαν το φιδογυριστό μονοπάτι στην αυλή μας.  Εγώ ήμουν ήδη δεκαοχτώ, κι έτσι το σπίτι μου ανήκε πλέον. Πέρασαν δέκα ήσυχα χρόνια - στο μεταξύ, εγώ ζούσα εκεί με την Έιμυ, μια γλυκύτατη κοπέλα με την οποία ήμουν παντρεμένος και πολύ ερωτευμένος, όταν μια μέρα μου καρφώθηκε μια ιδέα στο μυαλό, μια ιδέα τρελή και συνάμα αρκετά λογική.
    Σκέφτηκα πως, αφού και για τους δύο οι φήμες έλεγαν πως "έφταιγε το νεραϊδο-μονοπάτι στο σπίτι μας", θα το ακολουθούσα για να δω πού έβγαζε. Σ' εκείνο το μονοπάτι είχαν δοθεί διάφορα ονόματα κατά καιρούς από τα παιδιά της γειτονιάς, από τα οποία το επικρατέστερο ήταν "το μονοπάτι του διαβόλου". Εγώ ποτέ δεν είχα δώσει σημασία στα λόγια τους, γιατί ως παιδί είχα περάσει πολλές ώρες εξερευνώντας κάθε του σπιθαμή και συνήθως δεν μου περίσσευε χρόνος για τα κουτσομπολιά της γειτονιάς.
    Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος με την προοπτική της εξερεύνησης που είχα ξυπνήσει από τα άγρια χαράματα - το φως μόλις που είχε αρχίσει να βάφει ροζ τα λίγα σύννεφα στον ουρανό και τις μακρινές κάτασπρες απ’ το χιόνι βουνοκορφές. Άφησα την Έιμυ να κοιμάται και σηκώθηκα αθόρυβα - εκείνη δεν είχε ιδέα για τα σχέδιά μου, κι ούτε θα μάθαινε τίποτα. Αφού ντύθηκα, κατέβηκα στην κουζίνα για πρωινό και μετά, παίρνοντας μαζί μου την κούπα με τον καφέ, βγήκα στην βεράντα και στάθηκα πίσω από την διάφανη πλαστική τέντα και αγνάντεψα την αυλή.
    Τα δέντρα ήταν πασπαλισμένα με χιόνι, το γκαζόν στον κήπο το ίδιο - σε λίγες μέρες ήταν Χριστούγεννα. Το μονοπάτι ξεχώριζε με αξιοθαύμαστο τρόπο - επάνω του δεν υπήρχε ούτε μία λευκή νιφάδα. Ένιωσα το δέρμα μου ν' ανατριχιάζει - από την παρατήρηση εκείνη, από το κρύο; Δεν ήξερα. Έσφιξα την ζεστή κούπα στις χούφτες μου, παλεύοντας να ζεσταθώ. Ήπια μια γουλιά και σχεδόν αμέσως την έφτυσα σαν σπρέι, πιτσιλίζοντας την τέντα με σταγονίδια καφέ που αμέσως άρχισαν να κυλάνε. Εκεί, στο μονοπάτι, στέκονταν οι γονείς μου - ο πατέρας μου με το λευκό πουκάμισο με τα πρώτα τέσσερα κουμπιά ανοιχτά, το ξεβαμμένο τζην και τα μαύρα άρβυλα που πάντα του άρεσε να φορά και η μητέρα μου με το μαύρο μακρυμάνικο ζιβάγκο φόρεμα και τις κόκκινες γόβες που φορούσε την ημέρα που "εξαφανίστηκε". Είχε ακόμα και το ίδιο μακιγιάζ με τότε - μαύρη μάρκαρα, το αγαπημένο της άι-λάινερ και κόκκινο κραγιόν. Ήταν σαν να είχαν φύγει μόλις χθες - ένα αγέραστο, όμορφο ζευγάρι που είχε βγει για έναν περίπατο.
    Στέκονταν και οι δύο εκεί, μέσα στο κρύο, πάνω στο μονοπάτι, πιασμένοι χέρι-χέρι και με κοίταζαν έντονα, σαν να μου έλεγαν με το βλέμμα να τους ακολουθήσω. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά - άρπαξα το μπουφάν μου και όρμησα έξω, κοντά τους. Όμως, φτάνοντας κοντά τους, είδα κάτι που έκανε τις τριχούλες στον σβέρκο μου να ανασηκωθούν - οι νιφάδες, πυκνές και ολόλευκες, δεν κάθονταν πάνω στους ώμους και τα κεφάλια τους - αντίθετα, περνούσαν από μέσα τους και έφταναν ανενόχλητες στο παγωμένο έδαφος. Τους κοίταξα στα μάτια - πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο, προσπαθώντας να βρω μια εξήγηση, αλλά τα βλέμματά τους ήταν βουβά.
    Πρώτος ο πατέρας μου έκανε μεταβολή και προχώρησε, αμέσως μετά τον μιμήθηκε η μητέρα μου - πιασμένοι από το χέρι, προχώρησαν χωρίς ν' αφήνουν ίχνη στο αφράτο στρώμα χιονιού. Πέρασαν τον φράχτη - ή, μάλλον, θα έπρεπε να πω ότι πέρασαν μέσα από τον φράχτη, στάθηκαν εκεί, γύρισαν ταυτόχρονα και με κοίταξαν - αυτή τη φορά δεν είχα καμία αμφιβολία για τις προθέσεις τους, ήξερα ότι ήθελαν να τους ακολουθήσω. Άρχισα να προχωρώ, στην αρχή μόνο μερικά διστακτικά βήματα κι έπειτα βάδισα με μεγαλύτερη σιγουριά. Φτάνοντας στον φράχτη που κάποτε ήταν λευκός και τώρα είχε ένα υπόλευκο χρώμα που ξεφλούδιζε, τους κοίταξα πιο προσεκτικά - και συνειδητοποίησα ότι, ενώ τους έβλεπα καθαρά ως μορφές, ταυτόχρονα μπορούσα να διακρίνω τα δέντρα πίσω τους. Ένα μικρό κλαδάκι περνούσε μέσα από το μάτι του πατέρα μου, σαν να είχε φυτρώσει εκεί. Ήταν αστείος ο τρόπος που προεξείχε και γέλασα, την ίδια στιγμή όμως το μετάνιωσα και σιώπησα. 
    Ήταν η πρώτη φορά που είχα περάσει τον φράχτη - ενώ ήταν κάτι που θα μπορούσα να το είχα κάνει ως έφηβος, από περιέργεια και μόνο, ποτέ δεν είχα βγει. Πάντα, φτάνοντας στον φράχτη, ένιωθα έναν ανεξήγητο φόβο, σαν κάτι να με κρατούσε πίσω, όχι καταναγκαστικά, αλλά περισσότερο σαν ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης. Τώρα, έχοντας περάσει από εκείνο το σημείο, ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να κάνω επιτόπου στροφή και να ξαναμπώ μέσα. Όμως, ένιωθα πως δεν μπορούσα. Ένιωθα τα πόδια μου ριζωμένα στο έδαφος και το μόνο που κατάφερα ήταν να γυρίσω και να κοιτάξω το σπίτι - να κοιτάξω τα λαμπάκια καθώς αυτά αναβόσβηναν χαρούμενα, περασμένα γύρω από το κάγκελο της βεράντας, το χιόνι που κάλυπτε το χώμα, αλλά ποτέ το μονοπάτι. Σκέφτηκα πως θα μου έλειπε - το σπίτι, η θαλπωρή του, η αγκαλιά της γλυκιάς μου Έιμυ, ακόμα και το μονοπάτι και οι παραξενιές του - όλα θα μου έλειπαν. Και τότε, σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου, μερικές νιφάδες άρχισαν να πέφτουν πάνω του και σύντομα είχε δημιουργηθεί ένα βαμβακερό στρώμα από χιόνι - σε λίγα λεπτά, το μονοπάτι δεν θα φαινόταν καν, καθώς η χιονόπτωση στο μεταξύ είχε δυναμώσει. Τότε κατάλαβα πως δεν θα γυρνούσα ποτέ πίσω, πως γι' αυτό είχαν έρθει - για να με πάρουν μαζί τους, να είμαστε πάλι οικογένεια. Ήξερα με ακλόνητη σιγουριά πως είχαν νιώσει και οι ίδιοι το κάλεσμα - την ανάγκη να φύγουν και την γνώση ότι δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω, ό, τι κι γινόταν.
    Γύρισα προς το μέρος τους και στάθηκα ανάμεσά τους - εκείνοι μου έπιασαν τα χέρια, όπως έκαναν όταν ήμουν πιτσιρίκι, και ένιωσα το άγγιγμά τους ζεστό, σαν καλωσόρισμα. Μου χαμογέλασαν και τους το ανταπέδωσα. Προχωρήσαμε στο μονοπάτι. Δεν ξανακοίταξα πίσω.

ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Blessed by Sin-new story

  27/11/11

Ευλογημένη Αμαρτία (Blessed by Sin)


ΤΩΡΑ

    Το σκοτάδι πύκνωνε καθώς τα βήματά του αντηχούσαν πλατσουρίζοντας στο άδειο πεζοδρόμιο, αφήνοντας πίσω του λασπωμένα ίχνη. Έπρεπε... έπρεπε να προλάβει. Έπρεπε να προλάβει να της μιλήσει... Να προλάβει τα χειρότερα... Κάνε, Θεέ μου, να μην είναι πολύ αργά...! Η ανάσα του έβγαινε κοφτή, σχηματίζοντας μικρά συννεφάκια μπροστά στα μάτια του. Δεν τον ένοιαζε. Ούτε τα παγωμένα χέρια του, ούτε η ανοιχτή πληγή στο στήθος του που αιμορραγούσε σαν τρελή. Τίποτα. Τίποτα δεν είχε σημασία. Τίποτα δεν θα είχε σημασία ούτως ή άλλως αν δεν προλάβαινε. Τρέχα... Τρέχα!!
    Ξαφνικά, σκόνταψε σε μια σπασμένη πλάκα και έπεσε με τα μούτρα χάμω. Ανασηκώθηκε και προσπάθησε να συνεχίσει την ξέφρενη πορεία του, μόνο που δεν ήταν τόσο ξέφρενη πια. Είχε εξαντληθεί. Το μυαλό του έτρεχε με χίλια, μα το κορμί του αρνούταν να υπακούσει. Σύρθηκε και ακούμπησε την πλάτη του σε έναν τούβλινο τοίχο, αναστενάζοντας βαριά. Σήκωσε το κουρασμένο βλέμμα του στον ουρανό, αγνοώντας τις στάλες που του έτσουζαν τα μάτια και ψιθύρισε κάτι που χάθηκε μέσα στο βροχερό βουητό.
    Εκείνη τη στιγμή, ένα οικείο πρόσωπο στάθηκε από πάνω του, ανήσυχο και ταυτόχρονα περίεργο.
    "Γκέιμπ;! Τι κάνεις εσύ εδώ;", είπε εκείνη με έντονη έκπληξη στην φωνή της, "είσαι καλά;". Εκείνος άφησε ένα αδύναμο γελάκι να του ξεφύγει. Ίσως, τελικά, να τα είχε καταφέρει. Ίσως, μόνο για αυτή τη φορά, να πρόλαβε εκείνη την καταραμένη προθεσμία.
    "Είμαι...", έκανε κι αμέσως άρχισε να βήχει τόσο δυνατά που τρανταζόταν ολόκληρος. Όχι, όχι... Όχι τώρα, γαμώτο! Προσπάθησε να επανακτήσει τον έλεγχο, μόνο και μόνο για ν' ανακαλύψει ότι τον διέτρεχαν ρίγη από την κορυφή ως τα νύχια. Να πάρει! "Άκου, Λόρεν... πρέπει να φύγεις... Πάρε τον σταυρό που σου έκανα δώρο και πήγαινε στον Μάικ, τώρα αμέσως!", της είπε με μια ανάσα, η οποία του κόστισε άλλον ένα γύρο έντονου βήχα. Τα πράγματα χειροτέρευαν, δεν μπορούσε να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο!
    "Τι λες τώρα; Και να σε αφήσω εδώ, θανάσιμα πληγωμένο και στο έλεος της βροχής και του κρύου; Αποκλείεται!", είπε αποφασιστικά η Λόρεν και, περνώντας το χέρι κάτω από την μασχάλη του, τον σήκωσε όρθιο. Εκείνος παραπάτησε για λίγο αλλά βρήκε την ισορροπία του, αν και ακόμα χρειαζόταν υποστήριξη για να περπατήσει. Ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και με το άλλο έπιασε τον καρπό της Λόρεν, κοιτάζοντάς την κατευθείαν στα μάτια. Θεέ μου, αυτά τα μάτια... Δεν ήταν ν' απορεί κανείς γιατί την είχε ερωτευτεί εξαρχής... Για χάρη τους, ευχαρίστως θα πέθαινε ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για τις στιγμές που μπορούσε να κοιτάξει μέσα σ' εκείνα τα υπέροχα, σμαραγδιά μάτια.
    "Σε παρακαλώ, Λόρεν... Φύγε! Για το καλό σου, φύγε τώρα και μην κοιτάξεις πίσω σου!!", της είπε χωρίς ούτε ένα τρέμουλο στην φωνή του. Συνέχισε να την κρατά και να την κοιτάζει, μέχρι που εκείνη έκανε κάτι που ποτέ δεν περίμενε: σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και άγγιξε τα χείλη του με τα δικά της, τόσο απαλά που ένιωσε σαν να είχε φιλήσει ένα φτερό. Άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε σοκαρισμένος. Όχι... δεν ήταν δυνατόν... Αλλά, ακόμα κι έτσι, δεν μπορούσε - δεν έπρεπε - να την κρατήσει άλλο εκεί. Κινδύνευε με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Κοίταξε στον λαιμό της και, προς μεγάλη του ανακούφιση, είδε τον ασημένιο σταυρό με την πέτρα από όνυχα στο κέντρο του. Ευτυχώς.
    "Φύγε...", ψιθύρισε κοντά στα χείλη της. Μετά, βάζοντας όλη του την δύναμη, που δεν του είχε μείνει και πολλή, την έσπρωξε μακριά του και της φώναξε ξανά να φύγει. Εκείνη έμεινε να στέκεται εκεί, μόλις δυο μέτρα μακριά του, με τα χέρια πλεγμένα γύρω απ' τον σταυρό της, κοιτάζοντάς τον. Είδε τα δάκρυα που έτρεξαν στο πρόσωπό της και αμέσως ανακατεύτηκαν με την βροχή. Την είδε να του γυρίζει την πλάτη και να τρέχει με όλη της τη φόρα, μακριά, μακριά από εκείνο το μέρος. Μακριά από εκείνον.
    Με την πλάτη στον τοίχο, άφησε το βάρος του να τον παρασύρει κάτω, στο πεζοδρόμιο. Από μια εσωτερική τσέπη του μακριού, μάλλινου παλτού του έβγαλε ένα χιλιοταλαιπωρημένο πακέτο τσιγάρα και έναν απλό αναπτήρα. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του και προσπάθησε ανεπιτυχώς να το ανάψει, αφού η βροχή - όχι καταρρακτώδης, παρόλ' αυτά δυνατή - το έκανε αδύνατο.
    "Έλα τώρα!! Έφτασα ως εδώ! Δεν μου αξίζει ένα τελευταίο τσιγάρο, γαμώτο;;", μουρμούρισε νευριασμένος. Σχεδόν αμέσως, ως δια μαγείας, άναψε το τσιγάρο και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά. Το χέρι του, αδύναμο, έπεσε στο πλάι, και η κάφτρα βυθίστηκε σε μια βρόχινη λιμνούλα, σβήνοντας με έναν τσιτσιριστό ήχο που χάθηκε αμέσως. Από τα χείλη του βγήκε καπνός.
    "Ευχαριστώ", ψιθύρισε. Ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν, και αφέθηκε στη γλυκιά λήθη. Όλα είχαν τελειώσει. 


(Αυτή είναι η εισαγωγή μιας νέας ιστορίας που ξεκίνησα την αναγραφόμενη ημερομηνία... Δεν ξέρω πού θα με οδηγήσει, αλλά πιστεύω ότι θα είναι κάτι πολύ καλό...!)

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

"Εγγύηση Θανάτου" (Death Warranty)

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010
Τίτλος: "Εγγύηση Θανάτου" (Death Warranty)
Συγγραφέας: Μαρίνα "Misty" Τραντάκη
Είδος: Διήγημα φαντασίας

                                                                        

    "Για να τους σώσεις", είπε εκείνος, "πρέπει να θυσιάσεις κάποιον. Δες το σαν εγγύηση... μια εγγύηση Θανάτου, που όμως θα εξασφαλίσει την ψυχική και σωματική ακεραιότητα όλης της ανθρωπότητας... Τι λες;".
    Κοίταξα έξω τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, άλλοι πεζοί και άλλοι με οχήματα. Τα κορναρίσματα έδιναν κι έπαιρναν, οι βρισιές και οι χειρονομίες το ίδιο. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε... Ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα πτώμα-θυσία σε κάτι δυνατότερο και αρχαιότερο κι απ' την ίδια τη Ζωή... Και κανείς τους δεν μου έφταιγε σε τίποτα... 
    "Δεν μπορώ να το παίξω Θεός και να αποφασίσω ποια ζωή θ' αφαιρεθεί για το κοινό καλό", απάντησα, πασχίζοντας να κερδίσω λίγο πολύτιμο χρόνο. Εκείνος άφησε ένα σατανικό χαμόγελο να φανεί.
    "Ω, έλα τώρα, Τζέημς...! Όλοι θέλουν να το παίξουν Θεός... Ξέρεις πόσοι θα σκότωναν για να βρεθούν στη θέση σου;", είπε εκείνος, κάνοντας μια πλατιά χειρονομία, σαν να παρουσίαζε κάτι μεγάλο και αόρατο. Αναστέναξα και κοίταξα ξανά έξω τους ανυποψίαστους ανθρώπους, μια παγκόσμια κυψέλη που συνεχώς βουίζει και αναπτύσσεται. Πολλοί θα ήθελαν την δύναμη που μου δινόταν τώρα... Πάρα πολλοί... Κι αυτό ακριβώς ήταν που με τρόμαζε...
    "Δώσε μου εικοσιτέσσερις ώρες... Θα έχεις την απάντησή σου τότε...", ψιθύρισα, νιώθοντας τις στάλες ιδρώτα στο μέτωπο και τους κροτάφους μου να παίρνουν καθοδική πορεία προς το σαγόνι μου.
    "Λυπάμαι, αλλά δεν γίνεται... Μπορώ, όμως, να σου δώσω έξι ώρες για να αποφασίσεις...", αποκρίθηκε και χτύπησε το μαύρο τζάμι. Αυτό κατέβηκε και είδα τον οδηγό-ήταν ένας νεαρός με περιποιημένο γενάκι και μακριά, ξανθά μαλλιά.
    "Πού πάμε;", ρώτησε με βαριά προφορά. Σκέφτηκα πως μάλλον έμοιαζε με Ολλανδό ή, γενικά, με κάτοικο της Σκανδιναβικής χερσονήσου. 
    "Στο Ριτζ, ν' αφήσουμε τον φίλο μας", είπε ο άλλος, χαμογελώντας μου με μια προσποιητή γλύκα. Ξεφύσησα αγανακτισμένα.
    "Δεν είμαι φίλος σας, Ράσελ. Θα έπρεπε να το ξέρεις καλύτερα από μένα", είπα παγωμένα. Εκείνος κάγχασε κυνικά και με κοίταξε πάνω απ' τα στρογγυλά, σκούρα, αλά Όζι Όσμπορν, γυαλιά του.
    "Τζέημς, Τζέημς... Όποιος μας βοηθά στον σκοπό μας, γίνεται αυτομάτως φίλος μας... Κι εσύ, αγαπητέ μου, εσύ σύντομα θα ανήκεις στους κορυφαίους φίλους μας", τα λόγια του έσταζαν σαρκασμό.
    "Ναι, κι όποιος δεν σας βοηθά, γίνεται εχθρός σας", μουρμούρισα μέσα απ' τα δόντια μου, ρουθούνίζοντας κοροϊδευτικά. Ήξερα ότι με είχε ακούσει πεντακάθαρα, αλλά ποσώς με ενδιέφερε αυτή η λεπτομέρεια. Ο Ράσελ ανασήκωσε τους ώμους του.
    "Κάνουμε ό, τι μπορούμε... Πρέπει να καταλάβεις κάτι, μικρέ μου Τζέημς... Όταν πασχίζεις με νύχια και με δόντια να περισώσεις ό, τι μπορείς και ό, τι σου έχει απομείνει, κάποια στιγμή φτάνεις στο σημείο να γίνεσαι κυνικός και αδίστακτος. Κι από αυτό το σημείο και μετά δεν υπάρχουν εισιτήρια επιστροφής", είπε με έναν αδιάφορο τόνο, τόσο στην φωνή του όσο και στην στάση του σώματός του. Αυτό με έκανε να αναρωτηθώ κατά πόσο αυτός ο άνθρωπος-τρόπος του λέγειν, γιατί κανένας σώφρων άνθρωπος δεν θα φερόταν τόσο απάνθρωπα-ήταν ικανός να παθιαστεί μ' έναν τόσο ιερό σκοπό όπως η διατήρηση ενός πανάρχαιου είδους που κρατούσε την επισφαλή θέση λίγο πριν τον πλήρη αφανισμό.
    "Κι όμως, Ράσελ! Υπάρχει επιστροφή! Αρκεί μόνο να το θέλεις, να θέλεις πραγματικά να ξεφύγεις από τις σκιές... Θέλεις;", τον ρώτησα, παρόλο που ήξερα την απάντησή του πριν καν τελειώσω την ερώτηση.
    "Χα! Ειλικρινά;... Όχι, ευχαριστώ...Ξεχνάς, μου φαίνεται, ότι οι σκιές είναι το φυσικό μου περιβάλλον... Θα έβαζες εσύ έναν λύκο σε μια φάρμα;", απάντησε μ' εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο που έκανε τις τρίχες στον σβέρκο μου να σηκωθούν και το στομάχι μου ν' ανακατεύεται.
    Ήθελα πολύ να το ξεχάσω, αλήθεια, αλλά η παρουσία του τριγύρω μου δεν με άφηνε. Ο ίδιος αποτελούσε μια συνεχή υπενθύμιση της γνώσης που είχα αποκτήσει άθελά μου, καθώς και του διλήμματος που μου είχε τεθεί.
    "Καλώς... Εδώ κατεβαίνεις... Θα τα πούμε σε έξι ώρες από τώρα.  Ορεβουάρ, Τζέημς!", είπε πρόσχαρα, κουνώντας μου τα δάχτυλά του παιχνιδιάρικα. Κατέβηκα, χωρίς κανένα σχόλιο.
    Παρακολούθησα την λιμουζίνα να απομακρύνεται. Μαύρη σαν κοράκι και ψυχρή σαν φρεσκοθαμμένο πτώμα, λαμβάνοντας υπόψιν και τα άτομα που κουβαλούσε, μου θύμιζε περισσότερο νεκροφόρα παρά οτιδήποτε άλλο. Έφτυσα κάτω, αηδιασμένος από την απροσδόκητη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα-τώρα, είχα μόλις έξι ώρες για να αποφασίσω ποιον θα επισκεπτόταν πρόωρα ο Θεριστής.
    Μπαίνοντας στο φουαγιέ του ξενοδοχείου Ριτζ, ρώτησα την υπάλληλο αν είχε κάποιο μήνυμα για μένα. Ένευσε αρνητικά και, ανακουφισμένος, κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες, έκλεισα τα μάτια μου. Μέσα από το κοκκινωπό σκοτάδι των κλειστών μου βλεφάρων, ξεπήδησε σαν από κάποιο σκοτεινό παραμύθι των αδελφών Γκριμ, η χαμογελαστή μορφή του Ράσελ.
    "Τικ-τακ, Τζέημς... Η ώρα περνάει", μου ψιθύρισε και μετά χάθηκε, για να αντικατασταθεί από την φιγούρα ενός άντρα χωρίς μάτια, μόνο μύτη και στόμα, με μαύρο κουστούμι και ένα δρεπάνι στα χέρια του.
    "Έλα, Τζέημς... Πες μου ποιον να πάρω μαζί μου", μου είπε με μια παράξενη φωνή, σαν να άκουγα ταυτόχρονα μια γυναίκα κι έναν άντρα να μιλούν. Μετά, μου χαμογέλασε και ούρλιαξε-όταν άνοιξε το ξεδοντιάρικο στόμα του, μαύρο αίμα τινάχτηκε σαν πίδακας και με χτύπησε στο πρόσωπο. Τινάχτηκα και κοίταξα αλαφιασμένος γύρω μου. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων με κοιτούσαν περίεργα. Κοίταξα το καντράν-δέκατος όροφος, ο όροφός μου. Τους χαμογέλασα ντροπαλά.
    "Εχμ, συγγνώμη, είμαι λιγάκι άυπνος, ξέρετε τι λένε, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη", είπα σφιγμένα και έφυγα γρήγορα για το δωμάτιό μου. Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και γλίστρησα στο πάτωμα, εκεί όπου έβρισκα καταφύγιο όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό.
    "Έλα, ξεκόλλα, σήκω πάνω, έχεις πολλά να σκεφτείς", μονολόγησα, θυμωμένος με τον εαυτό μου που τα είχα παρατήσει όλα για να έρθω στην Νέα Υόρκη, το λεγόμενο "Μεγάλο Μήλο", για να κάνω μια νέα αρχή στην διαλυμένη ζωή μου. Βλαμμένη απόφαση, ακόμα και για μένα. Από την άλλη, και να παρέμενα στο Λονδίνο, τι θα έκανα; Θα ζούσα σ' ένα άδειο σπίτι, μαζί με τα φαντάσματα της γυναίκας και της κόρης μου, που είχαν διαλυθεί από μια νταλίκα που έτρεχε με διακόσια. Θα γυρόφερνα την κάβα στο υπόγειο και θα κατέληγα με μια τεράστια κοιλιά και μια μύτη κόκκινη και φωτεινή σαν του Ρούντολφ. Ή θα γέμιζα τους τοίχους με σημειώσεις με κόκκινο μαρκαδόρο, γεμάτες από όλες τις σκέψεις που με βασάνιζαν, και μετά θα με επισκεπτόταν κάποιος συγγενής ή φίλος, θα τηλεφωνούσε σε κάποιον γνωστό του ψυχολόγο κι αυτός θα μου φορούσε την λευκή μπλούζα με τα σχοινιά και θα με πότιζε ψυχοφάρμακα για το υπόλοιπο της μίζερης ζωής μου. Ε, λοιπόν, όχι! Προτίμησα να σηκωθώ και να φύγω από εκείνη την καταραμένη φωλιά που είχα χτίσει για εμένα και την αγαπημένη μου οικογένεια, παρά να καταντήσω μόνιμα πιωμένος ή μόνιμα τρελαμένος.
    Και έτσι βρέθηκα εδώ... Και με βρήκε αυτός ο μαλάκας ο Ράσελ, που επέμενε να διαλέξω κάποιον για να πεθάνει και να ζήσουν όλοι οι υπόλοιποι. Ψιλολόγια, δηλαδή! Να πάει να γαμηθεί κι αυτός και η άθλια φάρα του, οι ειδεχθείς αιμοπότες ομοειδείς του, να πάνε στο διάολο κι ακόμα παραπέρα!
    Άρπαξα το γυάλινο βάζο πάνω στην τραπεζαρία και το έστειλα στον απέναντι τοίχο, όπου κι έγινε χίλια λαμπερά, σκουροπράσινα κομμάτια. Τα κοίταξα για μια στιγμή ακίνητος, ανίκανος να πάρω το βλέμμα μου από πάνω τους-ο τρόπος που το απογευματινό φως έπεφτε πάνω τους, τους έδινε το ίδιο ακριβώς χρώμα με τα μάτια της Μύριελ και της κόρης μας, της μικρούλας μας Έριν. Τα μάζεψα και τα τοποθέτησα ευλαβικά πάνω στο τραπέζι, κάθισα σε μια καρέκλα και τα κοίταξα, ακόμη ανίκανος να αρθρώσω λέξη ή να κάνω οτιδήποτε άλλο πέρα απ' το να τα κοιτάζω.
    Άρχισα να τρέμω ανεξέλεγκτα και να κλαίω με λυγμούς. Πόσο μαλάκας υπήρξα! Άφησα το σπίτι μου για να έρθω σε μιαν άγνωστη πόλη, μόνο και μόνο για να μην με πνίγουν οι πικρές αναμνήσεις της απώλειας που ξέσκισε την καρδιά μου...
    Πήρα μια βαθιά ανάσα και πήγα στο μπάνιο. Στον καθρέφτη, αντίκρυσα ένα γνώριμο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που κάποτε χαμογελούσε πλατιά, το δικό μου πρόσωπο. Τα γένια μου είχαν θεριέψει σαν αγριόχορτα μετά από μια ξαφνική, καλοκαιρινή μπόρα. Τα μάτια μου, κάποτε γαλανά, μάτια που η Μύριελ έλεγε ότι της θύμιζαν καλοκαιρινό ουρανό και ευτυχία, τώρα είχαν γκριζάρει κάτω απ' το βάρος της θλίψης. Ρυτίδες, κάποτε γέλιου, τώρα λύπης και απογοήτευσης, περιστοίχιζαν τα μάτια μου. Ασημένιες τούφες στόλιζαν τους κροτάφους μου. Ήμουν μόλις τριάντα ετών και φαινόμουν πενηντάρης, για όνομα του Θεού!
     Ένα τσούξιμο στην δεξιά παλάμη τράβηξε το βλέμμα μου-πρέπει να είχα σκιστεί όταν μάζευα τα θραύσματα του βάζου. Ένα μικρό κόκκινο κόψιμο είχε γεννηθεί. Καθώς το περιεργαζόμουν στο θαμπό, τεχνητό φως του μπάνιου, σταγονίτσες αίματος λαμπύριζαν σαν μικρά ρουμπίνια πάνω στην αμυχή.
    Ξανακοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, σαν να τον έβλεπα πραγματικά για πρώτη φορά. Δεν ήμουν εγώ αυτό το ανδρείκελο, δεν ήμουν εγώ που έπρεπε να στείλω μια άγνωστη ψυχή στον Άδη. Εγώ είχα μια οικογένεια που με περίμενε, είχα την ζεστή αγκαλιά της γυναίκας μου και τα γλυκά φιλάκια της κορούλας μου. Είχα ένα σπιτικό στον ουρανό που πρόσμενε με λαχτάρα την άφιξή μου.
    Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι έξω στους δρόμους είχαν πίσω τους οικογένειες, αγαπημένα πρόσωπα, δουλειές, ζωές γεμάτες ζωντάνια και ενέργεια. Εγώ, τι είχα; Τίποτα... Τίποτα απολύτως...
    Έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη και πληκτρολόγησα έναν αριθμό που πλέον είχα μάθει απ' έξω. Απάντησε εκείνος.
    "Προσφέρομαι εγώ ως εγγύηση", είπα και έκλεισα. Πέταξα την συσκευή παραδίπλα και έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Μπορεί να μην κρατούσαν καν την υπόσχεσή τους, αλλά τι διάολο; Ο Ράσελ δεν θα το καταλάβαινε ποτέ του, όσο κι αν του το εξηγούσα, μα εγώ δεν είχα πια τίποτα να χάσω. Αντιθέτως, είχα να κερδίσω περισσότερα απ' όσα θα κέρδιζαν αυτοί με τον θάνατό μου. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, άξιζε τον κόπο...
    Χαζή απόφαση; Ίσως... Ανθρώπινη; Εκατό τοις εκατό...!


ΤΕΛΟΣ

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

- You know how to pray -


27/11/11


- You know how to pray -

Standing still, in a hazy darkness
You sing your prayers to His Highness
You stand with arms extended, waiting
Just waiting for something while praying
Praying with songs but never reaching
You can never reach those deafened ears
Keep singing, but it could take years
For the Gods have long since sailed away
But, now I can see - you know how to pray...