16/7/2012
- Ενήλικα Παιχνίδια
(Adult Toys) -
Κεφάλαιο 1:
Χριστουγεννιάτικα
ψώνια
1
Τα φύλλα
στροβιλίζονται στον άνεμο και ξαναπέφτουν
στο σκληρό, παγωμένο έδαφος. Τα σύννεφα
όσο πάνε γίνονται πιο σκούρα, πιο πυκνά,
πιο βαριά. Το χιόνι πέφτει όλο και
συχνότερα, όλο και περισσότερο. Όσο
προχωράμε βαθύτερα στον Δεκέμβρη, τόσο
τρέμει το φυλλοκάρδι μου. Αχ, μακάρι να
φταίει μόνο ο καιρός γι' αυτό το αρνητικό
προαίσθημα...!
2
Ανακίνηση.
Χιόνι. Ξανά ανακίνηση. Χιόνι. Ακούμπησε
την κρυστάλλινη σφαίρα χιονιού στο ράφι
και το παρατήρησε αδιάφορα, καθώς οι
νιφάδες κατακάθονταν πάνω σε μια
πόλη-μινιατούρα. Ποτέ δεν τον συγκίνησαν
αυτές οι σφαίρες. Ούτε καν ως παιδί. Όλα
τα αδέλφια και τα ξαδέλφια του τρελαίνονταν
να συλλέγουν τέτοιες σφαίρες, ειδικά
τα Χριστούγεννα. Εκείνος τους παρακολουθούσε
να ξετυλίγουν τα δώρα τους και να
ζητωκραυγάζουν στη θέα μιας ακόμα,
άχρηστης σφαίρας. Εκείνου δεν είχε να
του προσφέρει κάτι. Ήταν απλά ένα
διακοσμητικό στοιχείο.
Στο επόμενο ράφι, βρήκε
κουτιά-αντίκες με κλόουν-ελατήρια, που
πετάγονταν μόλις άνοιγες το καπάκι. Όλα
ήταν αηδιαστικά πολύχρωμα και πλουμιστά,
προορισμένα για παιδάκια, αν και ήταν
λίγο φαγωμένα στις άκρες.
“Χάθηκε ο κόσμος να
υπήρχε ένα σοβαρό κουτί σε πιο μουντά
χρώματα;”, μουρμούρισε μέσα απ' τα δόντια
του. Έψαξε με το βλέμμα λίγο ακόμα, και
πρόσεξε μια μαύρη γωνία από ένα κουτί.
Το πήρε στα χέρια του και άφησε ένα
σιγανό σφύριγμα - και οι έξι επιφάνειες
του κύβου ήταν από μαύρο ξύλο, πιθανότατα
έβενο, και υπήρχαν χρυσά ανάγλυφα
στοιχεία επάνω.
Με την περιέργεια
κεντρισμένη, το γύρισε μερικές φορές
γύρω-γύρω, για να βρει το κουμπί που
άνοιγε το καπάκι. Ήταν μια χρυσή καρδιά,
όχι σκαλισμένη - με έκπληξη διαπίστωσε
ότι επρόκειτο για ένα αριστοτεχνικά
σκαλισμένο κομμάτι χρυσού 24 καρατίων.
Την πίεσε και το καπάκι άνοιξε - αργά,
βγήκε ένας κλόουν, αλλά κι αυτός ταίριαζε
εμφανισιακά με το κουτί - φορούσε ένα
καπέλο γελωτοποιού μαύρο και κόκκινο,
με χρυσά κουδουνάκια στις τέσσερις
άκρες του, ένα κόκκινο τούλινο γιακά,
και ένα κοστούμι με μαύρους και κόκκινους
ρόμβους και χρυσά κουμπιά. Το βάψιμο
του θύμιζε λίγο το Κοράκι - δύο κάθετες,
μαύρες γραμμές στα μάτια και μαύρο
κραγιόν, πρόσωπο κατάλευκο σαν πορσελάνη,
και χαμόγελο που τον τρόμαζε και τον
ενθουσίαζε ταυτόχρονα, θύμιζε γελωτοποιό
στην υπηρεσία της Αυλής του Άρχοντα του
Κάτω Κόσμου.
Έψαξε για την ετικέτα
όπου αναγραφόταν η τιμή, αλλά δεν την
βρήκε. Ανασηκώνοντας τους ώμους,
κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Σίγουρα,
ο μαγαζάτορας θα την έβρισκε την άκρη.
3
Παραμερίζοντας τα
μαύρα μαλλιά που έμπαιναν στο οπτικό
της πεδίο, πληκτρολόγησε έναν αριθμό
στο κινητό. Έκανε κλήση και το έβαλε στο
αφτί. Η φωνή του, βαθιά και αρρενωπή,
απάντησε.
“Το βρήκε”, είπε
εκείνη, “τι κάνω τώρα;”. Εκείνος άφησε
ένα πνιχτό γελάκι, σαν να τον είχε
διασκεδάσει αυτή η απλή ατάκα.
“Τίποτα, καλή μου...
Απλώς παρακολούθησε τον και άσε το κουτί
κάνει τη δουλειά του”, απάντησε εκείνος.
Εκείνη έκλεισε το καπάκι του κινητού
με ένα κλακ. Με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο,
συνέχισε να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα
στο μικρό μαγαζάκι.
© Marina Misty
Trantaki 2012
[ Απλώς, μια μικρή πρόγευση...! ;) ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου