27/11/11
Ευλογημένη Αμαρτία (Blessed by Sin)
ΤΩΡΑ
Το σκοτάδι πύκνωνε καθώς τα βήματά του αντηχούσαν πλατσουρίζοντας στο άδειο πεζοδρόμιο, αφήνοντας πίσω του λασπωμένα ίχνη. Έπρεπε... έπρεπε να προλάβει. Έπρεπε να προλάβει να της μιλήσει... Να προλάβει τα χειρότερα... Κάνε, Θεέ μου, να μην είναι πολύ αργά...! Η ανάσα του έβγαινε κοφτή, σχηματίζοντας μικρά συννεφάκια μπροστά στα μάτια του. Δεν τον ένοιαζε. Ούτε τα παγωμένα χέρια του, ούτε η ανοιχτή πληγή στο στήθος του που αιμορραγούσε σαν τρελή. Τίποτα. Τίποτα δεν είχε σημασία. Τίποτα δεν θα είχε σημασία ούτως ή άλλως αν δεν προλάβαινε. Τρέχα... Τρέχα!!
Ξαφνικά, σκόνταψε σε μια σπασμένη πλάκα και έπεσε με τα μούτρα χάμω. Ανασηκώθηκε και προσπάθησε να συνεχίσει την ξέφρενη πορεία του, μόνο που δεν ήταν τόσο ξέφρενη πια. Είχε εξαντληθεί. Το μυαλό του έτρεχε με χίλια, μα το κορμί του αρνούταν να υπακούσει. Σύρθηκε και ακούμπησε την πλάτη του σε έναν τούβλινο τοίχο, αναστενάζοντας βαριά. Σήκωσε το κουρασμένο βλέμμα του στον ουρανό, αγνοώντας τις στάλες που του έτσουζαν τα μάτια και ψιθύρισε κάτι που χάθηκε μέσα στο βροχερό βουητό.
Εκείνη τη στιγμή, ένα οικείο πρόσωπο στάθηκε από πάνω του, ανήσυχο και ταυτόχρονα περίεργο.
"Γκέιμπ;! Τι κάνεις εσύ εδώ;", είπε εκείνη με έντονη έκπληξη στην φωνή της, "είσαι καλά;". Εκείνος άφησε ένα αδύναμο γελάκι να του ξεφύγει. Ίσως, τελικά, να τα είχε καταφέρει. Ίσως, μόνο για αυτή τη φορά, να πρόλαβε εκείνη την καταραμένη προθεσμία.
"Είμαι...", έκανε κι αμέσως άρχισε να βήχει τόσο δυνατά που τρανταζόταν ολόκληρος. Όχι, όχι... Όχι τώρα, γαμώτο! Προσπάθησε να επανακτήσει τον έλεγχο, μόνο και μόνο για ν' ανακαλύψει ότι τον διέτρεχαν ρίγη από την κορυφή ως τα νύχια. Να πάρει! "Άκου, Λόρεν... πρέπει να φύγεις... Πάρε τον σταυρό που σου έκανα δώρο και πήγαινε στον Μάικ, τώρα αμέσως!", της είπε με μια ανάσα, η οποία του κόστισε άλλον ένα γύρο έντονου βήχα. Τα πράγματα χειροτέρευαν, δεν μπορούσε να χάσει άλλο πολύτιμο χρόνο!
"Τι λες τώρα; Και να σε αφήσω εδώ, θανάσιμα πληγωμένο και στο έλεος της βροχής και του κρύου; Αποκλείεται!", είπε αποφασιστικά η Λόρεν και, περνώντας το χέρι κάτω από την μασχάλη του, τον σήκωσε όρθιο. Εκείνος παραπάτησε για λίγο αλλά βρήκε την ισορροπία του, αν και ακόμα χρειαζόταν υποστήριξη για να περπατήσει. Ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και με το άλλο έπιασε τον καρπό της Λόρεν, κοιτάζοντάς την κατευθείαν στα μάτια. Θεέ μου, αυτά τα μάτια... Δεν ήταν ν' απορεί κανείς γιατί την είχε ερωτευτεί εξαρχής... Για χάρη τους, ευχαρίστως θα πέθαινε ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για τις στιγμές που μπορούσε να κοιτάξει μέσα σ' εκείνα τα υπέροχα, σμαραγδιά μάτια.
"Σε παρακαλώ, Λόρεν... Φύγε! Για το καλό σου, φύγε τώρα και μην κοιτάξεις πίσω σου!!", της είπε χωρίς ούτε ένα τρέμουλο στην φωνή του. Συνέχισε να την κρατά και να την κοιτάζει, μέχρι που εκείνη έκανε κάτι που ποτέ δεν περίμενε: σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και άγγιξε τα χείλη του με τα δικά της, τόσο απαλά που ένιωσε σαν να είχε φιλήσει ένα φτερό. Άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε σοκαρισμένος. Όχι... δεν ήταν δυνατόν... Αλλά, ακόμα κι έτσι, δεν μπορούσε - δεν έπρεπε - να την κρατήσει άλλο εκεί. Κινδύνευε με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Κοίταξε στον λαιμό της και, προς μεγάλη του ανακούφιση, είδε τον ασημένιο σταυρό με την πέτρα από όνυχα στο κέντρο του. Ευτυχώς.
"Φύγε...", ψιθύρισε κοντά στα χείλη της. Μετά, βάζοντας όλη του την δύναμη, που δεν του είχε μείνει και πολλή, την έσπρωξε μακριά του και της φώναξε ξανά να φύγει. Εκείνη έμεινε να στέκεται εκεί, μόλις δυο μέτρα μακριά του, με τα χέρια πλεγμένα γύρω απ' τον σταυρό της, κοιτάζοντάς τον. Είδε τα δάκρυα που έτρεξαν στο πρόσωπό της και αμέσως ανακατεύτηκαν με την βροχή. Την είδε να του γυρίζει την πλάτη και να τρέχει με όλη της τη φόρα, μακριά, μακριά από εκείνο το μέρος. Μακριά από εκείνον.
Με την πλάτη στον τοίχο, άφησε το βάρος του να τον παρασύρει κάτω, στο πεζοδρόμιο. Από μια εσωτερική τσέπη του μακριού, μάλλινου παλτού του έβγαλε ένα χιλιοταλαιπωρημένο πακέτο τσιγάρα και έναν απλό αναπτήρα. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του και προσπάθησε ανεπιτυχώς να το ανάψει, αφού η βροχή - όχι καταρρακτώδης, παρόλ' αυτά δυνατή - το έκανε αδύνατο.
"Έλα τώρα!! Έφτασα ως εδώ! Δεν μου αξίζει ένα τελευταίο τσιγάρο, γαμώτο;;", μουρμούρισε νευριασμένος. Σχεδόν αμέσως, ως δια μαγείας, άναψε το τσιγάρο και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά. Το χέρι του, αδύναμο, έπεσε στο πλάι, και η κάφτρα βυθίστηκε σε μια βρόχινη λιμνούλα, σβήνοντας με έναν τσιτσιριστό ήχο που χάθηκε αμέσως. Από τα χείλη του βγήκε καπνός.
"Ευχαριστώ", ψιθύρισε. Ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν, και αφέθηκε στη γλυκιά λήθη. Όλα είχαν τελειώσει.
(Αυτή είναι η εισαγωγή μιας νέας ιστορίας που ξεκίνησα την αναγραφόμενη ημερομηνία... Δεν ξέρω πού θα με οδηγήσει, αλλά πιστεύω ότι θα είναι κάτι πολύ καλό...!)
