Facebook join button

Join Us On Facebook

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

"Εγγύηση Θανάτου" (Death Warranty)

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010
Τίτλος: "Εγγύηση Θανάτου" (Death Warranty)
Συγγραφέας: Μαρίνα "Misty" Τραντάκη
Είδος: Διήγημα φαντασίας

                                                                        

    "Για να τους σώσεις", είπε εκείνος, "πρέπει να θυσιάσεις κάποιον. Δες το σαν εγγύηση... μια εγγύηση Θανάτου, που όμως θα εξασφαλίσει την ψυχική και σωματική ακεραιότητα όλης της ανθρωπότητας... Τι λες;".
    Κοίταξα έξω τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, άλλοι πεζοί και άλλοι με οχήματα. Τα κορναρίσματα έδιναν κι έπαιρναν, οι βρισιές και οι χειρονομίες το ίδιο. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε... Ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα πτώμα-θυσία σε κάτι δυνατότερο και αρχαιότερο κι απ' την ίδια τη Ζωή... Και κανείς τους δεν μου έφταιγε σε τίποτα... 
    "Δεν μπορώ να το παίξω Θεός και να αποφασίσω ποια ζωή θ' αφαιρεθεί για το κοινό καλό", απάντησα, πασχίζοντας να κερδίσω λίγο πολύτιμο χρόνο. Εκείνος άφησε ένα σατανικό χαμόγελο να φανεί.
    "Ω, έλα τώρα, Τζέημς...! Όλοι θέλουν να το παίξουν Θεός... Ξέρεις πόσοι θα σκότωναν για να βρεθούν στη θέση σου;", είπε εκείνος, κάνοντας μια πλατιά χειρονομία, σαν να παρουσίαζε κάτι μεγάλο και αόρατο. Αναστέναξα και κοίταξα ξανά έξω τους ανυποψίαστους ανθρώπους, μια παγκόσμια κυψέλη που συνεχώς βουίζει και αναπτύσσεται. Πολλοί θα ήθελαν την δύναμη που μου δινόταν τώρα... Πάρα πολλοί... Κι αυτό ακριβώς ήταν που με τρόμαζε...
    "Δώσε μου εικοσιτέσσερις ώρες... Θα έχεις την απάντησή σου τότε...", ψιθύρισα, νιώθοντας τις στάλες ιδρώτα στο μέτωπο και τους κροτάφους μου να παίρνουν καθοδική πορεία προς το σαγόνι μου.
    "Λυπάμαι, αλλά δεν γίνεται... Μπορώ, όμως, να σου δώσω έξι ώρες για να αποφασίσεις...", αποκρίθηκε και χτύπησε το μαύρο τζάμι. Αυτό κατέβηκε και είδα τον οδηγό-ήταν ένας νεαρός με περιποιημένο γενάκι και μακριά, ξανθά μαλλιά.
    "Πού πάμε;", ρώτησε με βαριά προφορά. Σκέφτηκα πως μάλλον έμοιαζε με Ολλανδό ή, γενικά, με κάτοικο της Σκανδιναβικής χερσονήσου. 
    "Στο Ριτζ, ν' αφήσουμε τον φίλο μας", είπε ο άλλος, χαμογελώντας μου με μια προσποιητή γλύκα. Ξεφύσησα αγανακτισμένα.
    "Δεν είμαι φίλος σας, Ράσελ. Θα έπρεπε να το ξέρεις καλύτερα από μένα", είπα παγωμένα. Εκείνος κάγχασε κυνικά και με κοίταξε πάνω απ' τα στρογγυλά, σκούρα, αλά Όζι Όσμπορν, γυαλιά του.
    "Τζέημς, Τζέημς... Όποιος μας βοηθά στον σκοπό μας, γίνεται αυτομάτως φίλος μας... Κι εσύ, αγαπητέ μου, εσύ σύντομα θα ανήκεις στους κορυφαίους φίλους μας", τα λόγια του έσταζαν σαρκασμό.
    "Ναι, κι όποιος δεν σας βοηθά, γίνεται εχθρός σας", μουρμούρισα μέσα απ' τα δόντια μου, ρουθούνίζοντας κοροϊδευτικά. Ήξερα ότι με είχε ακούσει πεντακάθαρα, αλλά ποσώς με ενδιέφερε αυτή η λεπτομέρεια. Ο Ράσελ ανασήκωσε τους ώμους του.
    "Κάνουμε ό, τι μπορούμε... Πρέπει να καταλάβεις κάτι, μικρέ μου Τζέημς... Όταν πασχίζεις με νύχια και με δόντια να περισώσεις ό, τι μπορείς και ό, τι σου έχει απομείνει, κάποια στιγμή φτάνεις στο σημείο να γίνεσαι κυνικός και αδίστακτος. Κι από αυτό το σημείο και μετά δεν υπάρχουν εισιτήρια επιστροφής", είπε με έναν αδιάφορο τόνο, τόσο στην φωνή του όσο και στην στάση του σώματός του. Αυτό με έκανε να αναρωτηθώ κατά πόσο αυτός ο άνθρωπος-τρόπος του λέγειν, γιατί κανένας σώφρων άνθρωπος δεν θα φερόταν τόσο απάνθρωπα-ήταν ικανός να παθιαστεί μ' έναν τόσο ιερό σκοπό όπως η διατήρηση ενός πανάρχαιου είδους που κρατούσε την επισφαλή θέση λίγο πριν τον πλήρη αφανισμό.
    "Κι όμως, Ράσελ! Υπάρχει επιστροφή! Αρκεί μόνο να το θέλεις, να θέλεις πραγματικά να ξεφύγεις από τις σκιές... Θέλεις;", τον ρώτησα, παρόλο που ήξερα την απάντησή του πριν καν τελειώσω την ερώτηση.
    "Χα! Ειλικρινά;... Όχι, ευχαριστώ...Ξεχνάς, μου φαίνεται, ότι οι σκιές είναι το φυσικό μου περιβάλλον... Θα έβαζες εσύ έναν λύκο σε μια φάρμα;", απάντησε μ' εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο που έκανε τις τρίχες στον σβέρκο μου να σηκωθούν και το στομάχι μου ν' ανακατεύεται.
    Ήθελα πολύ να το ξεχάσω, αλήθεια, αλλά η παρουσία του τριγύρω μου δεν με άφηνε. Ο ίδιος αποτελούσε μια συνεχή υπενθύμιση της γνώσης που είχα αποκτήσει άθελά μου, καθώς και του διλήμματος που μου είχε τεθεί.
    "Καλώς... Εδώ κατεβαίνεις... Θα τα πούμε σε έξι ώρες από τώρα.  Ορεβουάρ, Τζέημς!", είπε πρόσχαρα, κουνώντας μου τα δάχτυλά του παιχνιδιάρικα. Κατέβηκα, χωρίς κανένα σχόλιο.
    Παρακολούθησα την λιμουζίνα να απομακρύνεται. Μαύρη σαν κοράκι και ψυχρή σαν φρεσκοθαμμένο πτώμα, λαμβάνοντας υπόψιν και τα άτομα που κουβαλούσε, μου θύμιζε περισσότερο νεκροφόρα παρά οτιδήποτε άλλο. Έφτυσα κάτω, αηδιασμένος από την απροσδόκητη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα-τώρα, είχα μόλις έξι ώρες για να αποφασίσω ποιον θα επισκεπτόταν πρόωρα ο Θεριστής.
    Μπαίνοντας στο φουαγιέ του ξενοδοχείου Ριτζ, ρώτησα την υπάλληλο αν είχε κάποιο μήνυμα για μένα. Ένευσε αρνητικά και, ανακουφισμένος, κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες, έκλεισα τα μάτια μου. Μέσα από το κοκκινωπό σκοτάδι των κλειστών μου βλεφάρων, ξεπήδησε σαν από κάποιο σκοτεινό παραμύθι των αδελφών Γκριμ, η χαμογελαστή μορφή του Ράσελ.
    "Τικ-τακ, Τζέημς... Η ώρα περνάει", μου ψιθύρισε και μετά χάθηκε, για να αντικατασταθεί από την φιγούρα ενός άντρα χωρίς μάτια, μόνο μύτη και στόμα, με μαύρο κουστούμι και ένα δρεπάνι στα χέρια του.
    "Έλα, Τζέημς... Πες μου ποιον να πάρω μαζί μου", μου είπε με μια παράξενη φωνή, σαν να άκουγα ταυτόχρονα μια γυναίκα κι έναν άντρα να μιλούν. Μετά, μου χαμογέλασε και ούρλιαξε-όταν άνοιξε το ξεδοντιάρικο στόμα του, μαύρο αίμα τινάχτηκε σαν πίδακας και με χτύπησε στο πρόσωπο. Τινάχτηκα και κοίταξα αλαφιασμένος γύρω μου. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων με κοιτούσαν περίεργα. Κοίταξα το καντράν-δέκατος όροφος, ο όροφός μου. Τους χαμογέλασα ντροπαλά.
    "Εχμ, συγγνώμη, είμαι λιγάκι άυπνος, ξέρετε τι λένε, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη", είπα σφιγμένα και έφυγα γρήγορα για το δωμάτιό μου. Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και γλίστρησα στο πάτωμα, εκεί όπου έβρισκα καταφύγιο όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό.
    "Έλα, ξεκόλλα, σήκω πάνω, έχεις πολλά να σκεφτείς", μονολόγησα, θυμωμένος με τον εαυτό μου που τα είχα παρατήσει όλα για να έρθω στην Νέα Υόρκη, το λεγόμενο "Μεγάλο Μήλο", για να κάνω μια νέα αρχή στην διαλυμένη ζωή μου. Βλαμμένη απόφαση, ακόμα και για μένα. Από την άλλη, και να παρέμενα στο Λονδίνο, τι θα έκανα; Θα ζούσα σ' ένα άδειο σπίτι, μαζί με τα φαντάσματα της γυναίκας και της κόρης μου, που είχαν διαλυθεί από μια νταλίκα που έτρεχε με διακόσια. Θα γυρόφερνα την κάβα στο υπόγειο και θα κατέληγα με μια τεράστια κοιλιά και μια μύτη κόκκινη και φωτεινή σαν του Ρούντολφ. Ή θα γέμιζα τους τοίχους με σημειώσεις με κόκκινο μαρκαδόρο, γεμάτες από όλες τις σκέψεις που με βασάνιζαν, και μετά θα με επισκεπτόταν κάποιος συγγενής ή φίλος, θα τηλεφωνούσε σε κάποιον γνωστό του ψυχολόγο κι αυτός θα μου φορούσε την λευκή μπλούζα με τα σχοινιά και θα με πότιζε ψυχοφάρμακα για το υπόλοιπο της μίζερης ζωής μου. Ε, λοιπόν, όχι! Προτίμησα να σηκωθώ και να φύγω από εκείνη την καταραμένη φωλιά που είχα χτίσει για εμένα και την αγαπημένη μου οικογένεια, παρά να καταντήσω μόνιμα πιωμένος ή μόνιμα τρελαμένος.
    Και έτσι βρέθηκα εδώ... Και με βρήκε αυτός ο μαλάκας ο Ράσελ, που επέμενε να διαλέξω κάποιον για να πεθάνει και να ζήσουν όλοι οι υπόλοιποι. Ψιλολόγια, δηλαδή! Να πάει να γαμηθεί κι αυτός και η άθλια φάρα του, οι ειδεχθείς αιμοπότες ομοειδείς του, να πάνε στο διάολο κι ακόμα παραπέρα!
    Άρπαξα το γυάλινο βάζο πάνω στην τραπεζαρία και το έστειλα στον απέναντι τοίχο, όπου κι έγινε χίλια λαμπερά, σκουροπράσινα κομμάτια. Τα κοίταξα για μια στιγμή ακίνητος, ανίκανος να πάρω το βλέμμα μου από πάνω τους-ο τρόπος που το απογευματινό φως έπεφτε πάνω τους, τους έδινε το ίδιο ακριβώς χρώμα με τα μάτια της Μύριελ και της κόρης μας, της μικρούλας μας Έριν. Τα μάζεψα και τα τοποθέτησα ευλαβικά πάνω στο τραπέζι, κάθισα σε μια καρέκλα και τα κοίταξα, ακόμη ανίκανος να αρθρώσω λέξη ή να κάνω οτιδήποτε άλλο πέρα απ' το να τα κοιτάζω.
    Άρχισα να τρέμω ανεξέλεγκτα και να κλαίω με λυγμούς. Πόσο μαλάκας υπήρξα! Άφησα το σπίτι μου για να έρθω σε μιαν άγνωστη πόλη, μόνο και μόνο για να μην με πνίγουν οι πικρές αναμνήσεις της απώλειας που ξέσκισε την καρδιά μου...
    Πήρα μια βαθιά ανάσα και πήγα στο μπάνιο. Στον καθρέφτη, αντίκρυσα ένα γνώριμο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που κάποτε χαμογελούσε πλατιά, το δικό μου πρόσωπο. Τα γένια μου είχαν θεριέψει σαν αγριόχορτα μετά από μια ξαφνική, καλοκαιρινή μπόρα. Τα μάτια μου, κάποτε γαλανά, μάτια που η Μύριελ έλεγε ότι της θύμιζαν καλοκαιρινό ουρανό και ευτυχία, τώρα είχαν γκριζάρει κάτω απ' το βάρος της θλίψης. Ρυτίδες, κάποτε γέλιου, τώρα λύπης και απογοήτευσης, περιστοίχιζαν τα μάτια μου. Ασημένιες τούφες στόλιζαν τους κροτάφους μου. Ήμουν μόλις τριάντα ετών και φαινόμουν πενηντάρης, για όνομα του Θεού!
     Ένα τσούξιμο στην δεξιά παλάμη τράβηξε το βλέμμα μου-πρέπει να είχα σκιστεί όταν μάζευα τα θραύσματα του βάζου. Ένα μικρό κόκκινο κόψιμο είχε γεννηθεί. Καθώς το περιεργαζόμουν στο θαμπό, τεχνητό φως του μπάνιου, σταγονίτσες αίματος λαμπύριζαν σαν μικρά ρουμπίνια πάνω στην αμυχή.
    Ξανακοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, σαν να τον έβλεπα πραγματικά για πρώτη φορά. Δεν ήμουν εγώ αυτό το ανδρείκελο, δεν ήμουν εγώ που έπρεπε να στείλω μια άγνωστη ψυχή στον Άδη. Εγώ είχα μια οικογένεια που με περίμενε, είχα την ζεστή αγκαλιά της γυναίκας μου και τα γλυκά φιλάκια της κορούλας μου. Είχα ένα σπιτικό στον ουρανό που πρόσμενε με λαχτάρα την άφιξή μου.
    Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι έξω στους δρόμους είχαν πίσω τους οικογένειες, αγαπημένα πρόσωπα, δουλειές, ζωές γεμάτες ζωντάνια και ενέργεια. Εγώ, τι είχα; Τίποτα... Τίποτα απολύτως...
    Έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη και πληκτρολόγησα έναν αριθμό που πλέον είχα μάθει απ' έξω. Απάντησε εκείνος.
    "Προσφέρομαι εγώ ως εγγύηση", είπα και έκλεισα. Πέταξα την συσκευή παραδίπλα και έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Μπορεί να μην κρατούσαν καν την υπόσχεσή τους, αλλά τι διάολο; Ο Ράσελ δεν θα το καταλάβαινε ποτέ του, όσο κι αν του το εξηγούσα, μα εγώ δεν είχα πια τίποτα να χάσω. Αντιθέτως, είχα να κερδίσω περισσότερα απ' όσα θα κέρδιζαν αυτοί με τον θάνατό μου. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, άξιζε τον κόπο...
    Χαζή απόφαση; Ίσως... Ανθρώπινη; Εκατό τοις εκατό...!


ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου