ι πρώτες ψιχάλες έπεσαν στο τζάμι. "Τέλεια", σκέφτηκα, "μόνο αυτό χρειαζόμουν τώρα". Περιεργάστηκα τις σταγόνες καθώς κυλούσαν. Μισώ την βροχή. Την μισώ γιατί σε πήρε μακριά. Βέβαια, δεν τη μισούσα πάντα. Μόνο από τότε που χάθηκες. Και χάθηκες μέσα στην αγκαλιά της. Λες και ήσουν φτιαγμένη από νερό. Λες και δεν ήσουν ποτέ εκεί. Ναι, μισώ την βροχή - ειδικά όταν πέφτει καταρρακτωδώς. Τότε εύχομαι να ήμουν κουφός, να μην άκουγα τον εκκωφαντικό της θόρυβο. Τότε προτιμώ να φοράω τα ακουστικά μου και να χάνομαι στις συγχορδίες και τους στίχους των Sirenia - ακόμα θυμάμαι πόσο σου άρεσε το "My Mind's Eye". Πάνω από την φωνή της τραγουδίστριας, ακούω εσένα, να το σιγο-τραγουδάς: "You will never realize / What darkness lies inside / Inside my mind". Πολύ αργότερα, πολύ αργά, κατάλαβα πόσο πολύ σε εξέφραζε, πόσο σε αντιπροσώπευε...
Θυμάμαι την πρώτη φορά που κόντεψα να σε χάσω. Ήταν καλοκαίρι, εγώ ήμουν στην παραλία με την παρέα μου και σε περιμέναμε, είχες πει ότι θα ερχόσουν αργότερα. Η ώρα περνούσε και δεν είχες φανεί ακόμα. Τότε χτύπησε το κινητό μου, είδα τον αριθμό σου και το σήκωσα. Η μητέρα σου, με τρεμάμενη φωνή, να μου λέει πως σε βρήκε στην μπανιέρα, με το ξυραφάκι στο χέρι και τις φλέβες σου κομμένες. Το μόνο που θυμάμαι είναι να τρέχω - πάνω στην μηχανή, να τρέχω σαν τρελός να σε προλάβω, να μη σε χάσω, να μη μου φύγεις χωρίς να σου πω έστω κι ένα "αντίο"... Δεν θέλω να θυμάμαι την σκηνή, αλλά την έχω στο μυαλό μου ακόμη, ολοζώντανη, με τα χρώματα και τους ήχους και τις μυρωδιές: το αίμα σου να έχει βάψει τα πλακάκια, η μεταλλική του μυρωδιά να πλανιέται στον αέρα, η βρύση να τρέχει ασταμάτητα, η μητέρα σου να κλαίει.
Αφού σε προλάβαμε στο τσακ, σου έγιναν κάποια ψυχολογικά τεστ. Διαγνώστηκες με χρόνια βαριά κατάθλιψη. Δεν σου φαινόταν κι αυτό έκανε τρομερή εντύπωση στους γιατρούς. Αρνήθηκες να πάρεις φαρμακευτική αγωγή. Από τότε, σε προσέχαμε σαν τα μάτια μας, όλοι. Κυρίως εγώ. Γιατί φοβόμουν - μη φύγεις. Θυμάμαι που πάντα με διαβεβαίωνες: "Ποτέ δεν θα φύγω χωρίς να σου πω αντίο, στο ορκίζομαι".
Έκανες κι άλλες απόπειρες - ποτέ όμως δεν το είπαμε πουθενά. Όταν σε ρωτούσα το γιατί, μου έλεγες:
"Δεν είναι ότι θέλω να πεθάνω. Απλά θέλω να γυρίσω σπίτι".
"Γιατί;", σε ρωτούσα.
"Κουράστηκα", μου απαντούσες ανασηκώνοντας τους ώμους.
Δεν μπορούσα να καταλάβω - τότε. Τότε δεν το καταλάβαινα. Σ' άκουγα να μου λες αυτά τα πράγματα και σ' έπαιρνα αγκαλιά και σου φώναζα να μη μ' αφήσεις, να μη φύγεις ποτέ. Τότε δεν καταλάβαινα τα δάκρυα στα μάτια σου, ούτε την σιωπή σου. Μόνο τα δικά μου δάκρυα ήξερα, μόνο αυτά καταλάβαινα.
Τώρα ξέρω.
Τώρα καταλαβαίνω.
Απλώς, δεν ήσουν από εδώ.
Ήσουν από "Εκεί".
Απ' την Αντίπερα Όχθη.
Το μοναδικό μέρος που δεν θα πήγαινα ποτέ.
Όχι ότι δεν μπορούσα.
Αυτό ήταν εύκολο.
Δεν ήθελα.
Φοβόμουν.
Κι εσύ, σαν να ένιωσες αυτόν τον φόβο να βγαίνει απ' τους πόρους του δέρματός μου, μου κράτησες το χέρι σφιχτά και μου είπες:
"Μη φοβάσαι. Είμαι εδώ."
Αλλά, υπήρχε κάτι που δεν ήξερα:
Θα ήσουν για πάντα εδώ;
Εκείνη η άγνοια με έτρωγε.
Εσύ είσαι ακόμα εδώ.
Εκείνη η άγνοια ακόμη με τρώει...
- ΤΕΛΟΣ -
(Αυτό το κείμενο - που το λες και μίνι διήγημα - ξεκίνησα να το γράφω στις 28/1/2014. Έμεινε μισό, μέχρι που το ολοκλήρωσα σήμερα, την ημέρα της ανάρτησής του (15/2/2014, λίγο μετά την ημέρα του Αγ. Βαλεντίνου - ειρωνία κανείς;; :Ρ). Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο ν βρω τις λέξεις να περιγράψω την συνέχεια. Ήθελα να είναι μακρύ, να έχει δράμα. Τελικά, κατέληξε σε μερικές καλο-διαλεγμένες προτάσεις...! ;) )
Θυμάμαι την πρώτη φορά που κόντεψα να σε χάσω. Ήταν καλοκαίρι, εγώ ήμουν στην παραλία με την παρέα μου και σε περιμέναμε, είχες πει ότι θα ερχόσουν αργότερα. Η ώρα περνούσε και δεν είχες φανεί ακόμα. Τότε χτύπησε το κινητό μου, είδα τον αριθμό σου και το σήκωσα. Η μητέρα σου, με τρεμάμενη φωνή, να μου λέει πως σε βρήκε στην μπανιέρα, με το ξυραφάκι στο χέρι και τις φλέβες σου κομμένες. Το μόνο που θυμάμαι είναι να τρέχω - πάνω στην μηχανή, να τρέχω σαν τρελός να σε προλάβω, να μη σε χάσω, να μη μου φύγεις χωρίς να σου πω έστω κι ένα "αντίο"... Δεν θέλω να θυμάμαι την σκηνή, αλλά την έχω στο μυαλό μου ακόμη, ολοζώντανη, με τα χρώματα και τους ήχους και τις μυρωδιές: το αίμα σου να έχει βάψει τα πλακάκια, η μεταλλική του μυρωδιά να πλανιέται στον αέρα, η βρύση να τρέχει ασταμάτητα, η μητέρα σου να κλαίει.
Αφού σε προλάβαμε στο τσακ, σου έγιναν κάποια ψυχολογικά τεστ. Διαγνώστηκες με χρόνια βαριά κατάθλιψη. Δεν σου φαινόταν κι αυτό έκανε τρομερή εντύπωση στους γιατρούς. Αρνήθηκες να πάρεις φαρμακευτική αγωγή. Από τότε, σε προσέχαμε σαν τα μάτια μας, όλοι. Κυρίως εγώ. Γιατί φοβόμουν - μη φύγεις. Θυμάμαι που πάντα με διαβεβαίωνες: "Ποτέ δεν θα φύγω χωρίς να σου πω αντίο, στο ορκίζομαι".
Έκανες κι άλλες απόπειρες - ποτέ όμως δεν το είπαμε πουθενά. Όταν σε ρωτούσα το γιατί, μου έλεγες:
"Δεν είναι ότι θέλω να πεθάνω. Απλά θέλω να γυρίσω σπίτι".
"Γιατί;", σε ρωτούσα.
"Κουράστηκα", μου απαντούσες ανασηκώνοντας τους ώμους.
Δεν μπορούσα να καταλάβω - τότε. Τότε δεν το καταλάβαινα. Σ' άκουγα να μου λες αυτά τα πράγματα και σ' έπαιρνα αγκαλιά και σου φώναζα να μη μ' αφήσεις, να μη φύγεις ποτέ. Τότε δεν καταλάβαινα τα δάκρυα στα μάτια σου, ούτε την σιωπή σου. Μόνο τα δικά μου δάκρυα ήξερα, μόνο αυτά καταλάβαινα.
Τώρα ξέρω.
Τώρα καταλαβαίνω.
Απλώς, δεν ήσουν από εδώ.
Ήσουν από "Εκεί".
Απ' την Αντίπερα Όχθη.
Το μοναδικό μέρος που δεν θα πήγαινα ποτέ.
Όχι ότι δεν μπορούσα.
Αυτό ήταν εύκολο.
Δεν ήθελα.
Φοβόμουν.
Κι εσύ, σαν να ένιωσες αυτόν τον φόβο να βγαίνει απ' τους πόρους του δέρματός μου, μου κράτησες το χέρι σφιχτά και μου είπες:
"Μη φοβάσαι. Είμαι εδώ."
Αλλά, υπήρχε κάτι που δεν ήξερα:
Θα ήσουν για πάντα εδώ;
Εκείνη η άγνοια με έτρωγε.
Εσύ είσαι ακόμα εδώ.
Εκείνη η άγνοια ακόμη με τρώει...
- ΤΕΛΟΣ -
(Αυτό το κείμενο - που το λες και μίνι διήγημα - ξεκίνησα να το γράφω στις 28/1/2014. Έμεινε μισό, μέχρι που το ολοκλήρωσα σήμερα, την ημέρα της ανάρτησής του (15/2/2014, λίγο μετά την ημέρα του Αγ. Βαλεντίνου - ειρωνία κανείς;; :Ρ). Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο ν βρω τις λέξεις να περιγράψω την συνέχεια. Ήθελα να είναι μακρύ, να έχει δράμα. Τελικά, κατέληξε σε μερικές καλο-διαλεγμένες προτάσεις...! ;) )



